A New Strategy for Labor and the Left
Published on January 10, 2010
Έχουμε καθυστερήσει στη δημιουργία μιας νέας στρατηγικής. Η επιρροή της Aριστεράς και του εργατικού κινήματος βρίσκεται σε χαμηλό σημείο σε μια μακροχρόνια πορεία πτώσης. Μια από τις αιτίες είναι η προσκόλληση σε μια αποτυχημένη στρατηγική. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε αυτήν την πραγματικότητα και να απαντήσουμε σε δύο ερωτήματα που απορρέουν από αυτήν: Πρώτον, σε τι βαθμό αυτή η κατάσταση οφείλεται στα δικά μας πεπραγμένα; Δεύτερον, ποιες αλλαγές στην στρατηγική εργατικού κινήματος (labor) και της Αριστεράς(left) θα μπορούσαν να αναγεννήσουν τις δύο κοινωνικές ομάδες και να ανοικοδομήσουν τον συνασπισμό τους μετατρέποντας τον σε μια ισχυρή πολιτική δύναμη; Ας απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα: Η στρατηγική θέση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς στην κατεύθυνση του καπιταλισμού, υπονόμευσε και τις δύο ομάδες και την συμμαχία τους. Ας απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα: Η αλλαγή της στρατηγικής τους έναντι του καπιταλισμού θα μπορούσε, πιστεύω, να αναζωογονήσει και τις δύο ομάδες σε σημαντικό βαθμό στο άμεσο μέλλον.
Με σπάνιες εξαιρέσεις, ο στρατηγικός προσανατολισμός του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς ήταν μονόπλευρα εστιασμένος σε μακροοικονομικό επίπεδο (macro-focused) στη φύση και το μέγεθος των κρατικών οικονομικών παρεμβάσεων. Για το λόγο αυτό, έδινε έμφαση στην φορολόγηση των επιχειρήσεων αντί των εργαζομένων, των πλουσίων αντί των μεσαίων και χαμηλότερων εισοδημάτων. Γενικότερα ευνοούσε την κρατική ρύθμιση της ιδιωτικής οικονομίας σε αντίθεση με το laissez-faire, ευνοούσε τις δημόσιες έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, και τον κρατικό σχεδιασμό και τους κρατικούς ελέγχους έναντι της ιδιωτικής οικονομίας και των ελεύθερων αγορών. Η κρατική κοινωνική πρόνοια, η σοσιαλδημοκρατία, ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός, γίνονταν όλα κατανοητά από την μακροοικονομική οπτική της κρατικής παρέμβασης. Οι διαφορές μεταξύ τους αφορούσαν στο εύρος αυτών των παρεμβάσεων (τη νομοθεσία, τον έλεγχο, την κρατική ιδιοκτησία στις επιχειρήσεις και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές).
Από την άλλη, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά πολύ λίγη προσοχή έδωσαν σε μικροοικονομικό επίπεδο (micro-level) στον καπιταλισμό, στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των επιχειρήσεων. Δεν αμφισβήτησαν τη βασική ταξική θέση του διοικητικού συμβουλίου των επιχειρήσεων, η οποία συνίσταται στο να καρπώνεται και να διανέμει το πλεόνασμα που έχει παραχθεί από την εργασία άλλων, δηλαδή των εργατών. Αποδέχτηκαν – ή απλά υπέθεσαν – το γεγονός πως τα διοικητικά συμβούλια θα απέκλειαν τους εργαζόμενους από την ιδιοποίηση και διανομή του πλεονάσματος (ή των κερδών) της επιχείρησης. Πολύ σπάνια οι αριστερές δυνάμεις ήγειραν με σοβαρότητα το στόχο να γίνουν οι εργάτες συλλογικά καρπωτές και διανομείς του πλεονάσματος της επιχείρησης. Όταν αυτή η ιδέα ερχόταν στο προσκήνιο, συνήθως απορριπτόταν ως ανεφάρμοστη, ουτοπική, και άσχετη με τα πρακτικά συμφέροντα των εργαζομένων. Η Αριστερά αυτοπεριοριζόταν σε αιτήματα που αφορούσαν την κρατική παρέμβαση στην εργοδοτική εκμετάλλευση των εργαζομένων, την εξαπάτηση των πελατών, την εκμετάλλευση των τοπικών κοινωνιών και του περιβάλλοντος.
Η άρρητη στρατηγική του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς στο μικροοικονομικό επίπεδο, σε σχέση με τις επιχειρήσεις, περιορίστηκε ως εκ τούτου σε θέματα σχετικά με την βελτίωση των όρων της σχέσης εργοδοτών/εργαζομένων υπέρ των δεύτερων, και όχι στην ολοκληρωτική εξάλειψη αυτής της σχέσης. Οι εργατικές ενώσεις υπήρχαν για να διαπραγματεύονται συλλογικά για καλύτερους μισθούς, επιδόματα και για βελτίωση των συνθηκών εργασίας, αφήνοντας στους εργοδότες την ιδιοποίηση και διανομή του πλεονάσματος. Τέτοιες διαπραγματεύσεις σε μικροοικονομικό επίπεδο εντός της επιχείρησης έρχονταν σε συμπόρευση μακροσκοπικά με αριστερούς πολιτικούς αγώνες που είχαν ως στόχο την κρατική παρέμβαση προς όφελος των εργατών (μέσω φορολογικών μεταρρυθμίσεων, ρυθμίσεων των αγορών, αύξησης των κοινωνικών παροχών και/ή επιδότησης των δημόσιων υπηρεσιών και ενός εθνικού συστήματος υγείας).
Οι κεφαλαιοκράτες εργοδότες σε αυτές τις προσπάθειες αντιδρούσαν πάντοτε, χρησιμοποιώντας το πλεόνασμα που ιδιοποιούνταν με σκοπό να αποφύγουν, να ασθενήσουν και τελικά να ανατρέψουν όσες μεταρρυθμίσεις και οφέλη μπόρεσαν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά να αποκομίσουν. Και το έκαναν τόσο σε μικροοικονομικό επίπεδο όσο και μακροσκοπικά. Διένειμαν τμήματα του ιδιοποιημένου πλεονάσματος στο μικροοικονομικό επίπεδο για να συντηρούν επιβλέποντες προϊσταμένους και διευθυντές, να εκσυγχρονίσουν την τεχνολογία και να αναθέτουν με εργολαβίες την παραγωγή. Διένειμαν άλλα τμήματα του πλεονάσματος που ιδιοποιούντο για να συντηρήσουν think tanks, να οικοδομήσουν σχέσεις με τα ΜΜΕ, να χρηματοδοτήσουν επιλεγμένους ακαδημαϊκούς, και να εξαγοράσουν πολιτικούς για να βελτιώσουν τις μακροοικονομικές τους συνθήκες. Η διάθεση των καπιταλιστικών πλεονασμάτων με τους παραπάνω τρόπους τελικά ακύρωσε τις περισσότερες από τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς που είχαν κερδίσει μέσω του New Deal επί Ρούσβελτ. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν ο νόμος Taft-Hartley του 1947, αλλά και η μετέπιτα εξασθένηση της προοδευτικής φορολογίας προς όφελος της προσανατολισμένης στο κέρδος απορρύθμισης και ούτω καθεξής. Τα πλεονάσματα των κεφαλαιοκρατών σήμερα χρηματοδοτούν όλη την μείζονα προσπάθεια να μπλοκαριστούν ή να αδυνατήσουν οι προσπάθειες μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης του Ομπάμα.
Έτσι, στις ΗΠΑ αλλά και αλλού, οι παλιές στρατηγικές που επέτρεπαν στα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων να ιδιοποιούνται και να διανέμουν τα πλεονάσματα των επιχειρήσεων, είχαν κατ’ εξακολούθηση καταστροφικές συνέπειες για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα. Ομοίως, σε χώρες όπως η ΕΣΣΔ και η Κίνα, «σοσιαλιστικές» στρατηγικές οι οποίες αντικατέστησαν τους εταιρικούς διευθυντές με τους κρατικούς αξιωματούχους, υποσκάπτοντας έτσι τις αρχικές κατακτήσεις των επαναστάσεών τους, δεν έθιξαν την εσωτερική σχέση εργοδότη/εργαζομένων στις κρατικές επιχειρήσεις. Εν τούτοις, οι αριστερές και εργατικές δυνάμεις και στις δύο περιπτώσεις δείχνουν ανίκανες να ασκήσουν κριτική στις παράλληλες παλιές στρατηγικές τους, να πάρουν τον μάθημα τους ώστε να διατυπώσουν μια νέα στρατηγική. Σήμερα, για άλλη μία φορά ζητούν μεταρρυθμίσεις, ειδικά μετά την εκδήλωση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που βιώνουμε. Και για άλλη μία φορά, αυτές οι μεταρρυθμίσεις ουδόλως αμφισβητούν τη σχέση εργοδότη/εργαζόμενου εντός της επιχείρησης.
Μια νέα στρατηγική δεν θα πρέπει να επιτρέψει την ύπαρξη ενός αντιπάλου που έχει κίνητρο αλλά και τα μέσα να μπλοκάρει, να συρρικνώσει και τελικά να ανατρέψει αυτά που το εργατικό κίνημα και η Αριστερά μπορούν να κατακτήσουν. Η νέα στρατηγική στο πλαίσιο της επιχείρησης έχει δύο κύρια συστατικά: Πρώτον, τα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων δεν πρέπει πλέον να αποτελούνται από άτομα τα οποία δεν είναι εργάτες της επιχείρησης ή είναι εκλεγμένα από τους μετόχους. Δεύτερον, οι λειτουργίες των συμβουλίων αυτών, που είναι η ιδιοποίηση και διανομή του πλεονάσματος, θα πρέπει εφεξής να επιτελούνται από τους εργάτες συλλογικά. Ο νέος στόχος του αγώνα είναι πλέον αυτός ο εσωτερικός μετασχηματισμός κάθε επιχείρησης. Ο σκοπός είναι μια θεμελιώδης αλλαγή των αρμοδιοτήτων της θέσης εργασίας για κάθε εργαζόμενο, οι οποίες θα πρέπει πλέον να περιλαμβάνουν: (1) την αναδιοργάνωση των συγκεκριμένων καθηκόντων εντός ενός ενδο-επιχειρησιακού καταμερισμού εργασίας και (2) την πλήρη συμμετοχή τους στο συλλογικό διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης. Κανένας εργαζόμενος δεν θα μπορεί να ικανοποιεί το ένα μέρος των αρμοδιοτήτων της θέσης εργασίας χωρίς να καλύπτει και το άλλο.
Κάνοντας αυτόν το νέο στρατηγικό στόχο κεντρικό στειχείο των αριστερών, εργατικών και σοσιαλιστικών ή/και κομμουνιστικών προγραμμάτων, θα μπορούσε να τα μεταμορφώσει ριζικά σε σχέση με αυτό που υπήρξαν για πολύ καιρό. Αυτός ο νέος, ενδοεταιρικά εστιασμένος στόχος έρχεται να προστεθεί στην ευρύτερη μακροοικονομική στρατηγική για κρατικές παρεμβάσεις (μέσω μεταρρυθμίσεων και νομοθεσιών). Επιτυγχάνοντας τον στόχο αυτό, οι εργαζόμενοι θα αποκτήσουν το απαραίτητο κύρος, τα κίνητρα και τους πόρους, ώστε μέσω των νέων επιχειρηματικών στρατηγικών να υποστηρίξουν τις παραδοσιακές μακροσκοπικές πολιτικές και στόχους (όπως ο οικονομικός σχεδιασμός, η κοινωνική πρόνοια, και η μεγαλύτερη ισότητα στα εισοδήματα και τον πλούτο). Όσο «ριζοσπαστική» και αν φαίνεται η νέα στρατηγική, αποτελεί τη μοναδική πραγματική ελπίδα, τον μοναδικό τρόπο διασφάλισης οποιωνδήποτε μελλοντικών μεταρρυθμίσεων κατακτημένων από το εργατικό κίνημα και την Αριστερά.
Αυτή η νέα στρατηγική είναι ξεκάθαρα αντικαπιταλιστική. Αποβλέπει στην αμφισβήτηση της ουσίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – τη σχέση εργοδότη-εργαζομένου – και την αντικατάσταση του από έναν συλλογικό τρόπο παραγωγής. Πάνω σε μία τέτοια βάση, όλες οι άλλες διαστάσεις που χαρακτηρίζουν τις καπιταλιστικές κοινωνίες θα ήταν ανοικτές επίσης στη δημοκρατική αναδόμησή τους. Η διανομή των πόρων και των προϊόντων θα γίνεται με ανταλλαγές μέσω της αγοράς ή από άλλους μηχανισμούς (π.χ. τον αποκεντρωμένο οικονομικό σχεδιασμό βασισμένο στον συνδυασμό δημοκρατικά καθορισμένων ατομικών και κοινωνικών αναγκών); Η ιδιοκτησία των επιχειρήσεων θα είναι ατομική – από ιδιώτες, ομίλους ή κοινότητες - ή θα είναι περιφερειακή, εθνική ή διεθνής ιδιοκτησία; Ποια θα είναι τα κριτήρια επιτυχίας που θα καθορίζουν τις επενδυτικές αποφάσεις; Τα επιχειρηματικά κέρδη, η πρόοδος η σχετιζόμενη με κοινωνικούς σκοπούς, οι στόχοι των τοπικών κοινωνιών; Η έγερση και η απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων, θα καταλήξουν να γίνουν υπόθεση όλων, όπως αρμόζει σε κάθε γνήσια δημοκρατική κοινωνία. Καθώς οι διαφορετικές οπτικές και οι εξελισσόμενες προτιμήσεις των εργατών βαθμιαία θα εμπλουτίζουν σε αυτά τα ερωτήματα, ο μακροχρόνιος αποκλεισμός τους από τη συμμετοχή στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων, τελικά θα εκλείψει.
Ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας αυτής της νέας στρατηγικής διαφοροποιείται από τον καθιερωμένο σοσιαλισμό και κομμουνισμό. Αυτές οι παραδόσεις, και θεωρητικά, αλλά και πρακτικά στα καθεστώτα που εγκαθίδρυσαν αναλαμβάνοντας την εξουσία στο παρελθόν, δεν έθιξαν την εξαίρεση των εργατών στο επίπεδο της επιχείρησης από την ιδιοποίηση και διανομή του πλεονάσματος που οι ίδιοι παρήγαγαν. Οι σοσιαλιστικές και οι κομμουνιστικές παραδόσεις εστιάστηκαν κυρίως στο μακροσκοπικό επίπεδο, στην αλλαγή της ιδιοκτησίας – από ιδιωτική σε δημόσια – και στην αλλαγή των μηχανισμών διανομής, από την αγορά στον κρατικό σχεδιασμό. Οι στόχοι τους στο επίπεδο της επιχείρησης περιορίζονταν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας παρά στην αλλαγή της εσωτερικής σχέσης εργοδότη-εργαζόμενου. Η αποτυχία των οικονομιών των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» να υπερβούν αυτήν την εσωτερική διαίρεση στις επιχειρήσεις, τελικά τις υπονόμευσε και ενδυνάμωσε την λίγο πολύ επάνοδο τους στον ιδιωτικό καπιταλισμό.1
Εάν αυτή η νέα στρατηγική επιτύχει, θα καταφέρει περισσότερα από τον εκδημοκρατισμό της παραγωγής. Οι εργάτες, οι οποίοι ταυτόχρονα θα συμμετέχουν στο δικό του διοικητικό συμβούλιο, θα παίρνουν αποφάσεις σχετικά με το τι να παράγουν, πώς και πού να παράγουν, και τι να κάνουν το πλεόνασμα που οι ίδιοι δημιουργούν, διαφορετικές από αυτές που τα παραδοσιακά διοικητικά συμβούλια, εκλεγμένα από τους μετόχους, θα έπαιρναν. Οι αποφάσεις τους για παράδειγμα, θα απείχαν πολύ από αποφάσεις όπως η μετεγκατάσταση της επιχείρησης σε άλλη περιοχή ή και σε άλλη χώρα, η εφαρμογή τεχνολογιών επιβλαβών για την υγεία των εργαζομένων, ή η χρησιμοποίηση του πλεονάσματος για την αύξηση του επιβλέποντος προσωπικού. Οι διοικούμενες από τους εργάτες επιχειρήσεις, θα χρησιμοποιήσουν πόρους κυρίως στην μετεκπαίδευση και τις επανατοποθετήσεις των εργαζομένων που θα απορρέουν από τις αλλαγές στην τεχνολογία ή τις διαφοροποιήσεις στη ζήτηση για το προϊόν. Η καπιταλιστική έννοια της ανεργίας θα εκλείψει, καθώς η εργασία και το ατομικό εισόδημα τελικά καθίστανται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και εργαζόμενος θα λογίζεται όποιος θα αναλαμβάνει μέρος των κοινωνικών καθηκόντων. Η ευρέως ορισμένη ευημερία (κριτήριο που αφορά τους πολλούς) των εργατών θα εκτοπίσει τα ατομικά επιχειρηματικά κέρδη (κριτήριο που προκαλεί αποκλεισμό των πολλών), προκειμένου να αποτελέσει τον κύριο στόχο των επιχειρηματικών αποφάσεων.
Επειδή οι εργάτες ζουν στις κοινότητες πέριξ των επιχειρήσεων τους, οι αποφάσεις που θα παίρνουν ως συλλογικοί διευθυντές, θα προωθούν τον συνεχή έλεγχο και βελτίωση της τοπικής οικονομίας καθώς και τις πολιτικές, πολιτισμικές και περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις που θα έχουν, σε αντίθεση με τις αποφάσεις που παίρνονται σήμερα για την εξυπηρέτηση καθαρά και μόνο των συμφερόντων των διοικητικών συμβουλίων και των μεγαλομετόχων. Όντως επειδή οι οικιστικές κοινότητες είναι πολύπλευρα αλληλοεξαρτώμενες με τις επιχειρήσεις, νέοι πολιτικοί μηχανισμοί θα είναι απαραίτητοι να δημιουργηθούν για το μοίρασμα της εξουσίας εκείνης που θα παίρνει τις τελικές αποφάσεις, δημοκρατικά μεταξύ των αυτοδιαχειριζόμενων από τους εργάτες επιχειρήσεων και των αντίστοιχων που εδράζονται στις κοινότητες τους. Αυτοί οι μηχανισμοί θα εξάλειφαν το καπιταλιστικό μοντέλο, κατά το οποίο οι διευθυντές των εταιριών και οι μεγαλομέτοχοι κυριαρχούν πάνω στις τοπικές κοινότητες, διοχετεύοντας δυσανάλογα πόρους για δωροδοκίες, δημόσιες σχέσεις και άλλους τρόπους χειραγώγησης της λήψης αποφάσεων εκ μέρους των τοπικών κοινωνιών. Οι κυβερνήσεις σε όλα τα επίπεδα, από το τοπικό μέχρι το διεθνές, θα μετασχηματιστούν σε πιο συνεργατικές δομές, που θα βασίζονται συνδυαστικά στις επιχειρήσεις και στις αλληλοεξαρτώμενες με αυτές τοπικές κοινωνίες.
Με τον δημοκρατικό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων στο πεδίο των εσωτερικών δομών, η νέα αυτή στρατηγική θεμελιώνει στην κοινωνία μια ευρεία μετάβαση από την σημερινή, μερική και κατ’ όνομα δημοκρατία, στην πραγματική δημοκρατία. Οι εργάτες οι οποίοι θα λειτουργούν εντός των επιχειρήσεων και θα είναι υπεύθυνοι για τις δημοκρατικά δομημένες επιχειρήσεις, είναι πολύ πιθανόν ότι θα συνειδητοποιήσουν, θα απαιτήσουν και θα ηγηθούν ενός κοινωνικού κινήματος για να διεκδικήσουν αντίστοιχο εκδημοκρατισμό και υπευθυνότητα εντός των τοπικών κοινωνιών .Όταν οι εργάτες θα διαθέτουν οι ίδιοι το πλεόνασμα που παράγουν στις επιχειρήσεις τους, είναι πιθανόν ότι θα το χρησιμοποιήσουν για την προώθηση των γενικότερων πολιτικών που οι ίδιοι υποστηρίζουν ως πολίτες. Δεν θα μπορεί πλέον μια ξεχωριστή ομάδα ανθρώπων (μία κοινωνική μειοψηφία αποτελούμενη από τα διευθυντικά διοικητικά συμβούλια και του μεγαλομετόχους χωρίς καμία κοινωνική υποχρέωση προς τους υπάλληλους τους) να σαμποτάρει εκείνες τις πολιτικές στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, οι οποίες υποστηρίζονται από την πλειοψηφία των εργαζομένων.
Η νέα στρατηγική, καλεί εκ τούτου τους εργάτες να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα και να αναλάβουν την ευθύνη της υλοποίησης των αλλαγών στους τόπους της δουλειάς τους, μέσα στις επιχειρήσεις στις οποίες περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής τους. Αναθέτει στους εργάτες τα επακόλουθα καθήκοντα του πρώτου μετασχηματισμού του τρόπου παραγωγής μέσα σε κάθε επιχείρηση, και στην συνέχεια την υποστήριξη και ανάπτυξη της νέας οργάνωσης της παραγωγής. Οι ίδιοι οι εργάτες έτσι γίνονται το συνειδητό και αυτό-διευθυνόμενο θεμέλιο της οικονομικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει το εργατικό κίνημα και την Αριστερά στην συγκεκριμένη συνειδητοποίηση των μακροχρόνιων δεσμεύσεων για την ενδυνάμωση, απελευθέρωση και αυτό-ενεργοποίηση των εργατών: Δεσμεύσεις οι οποίες για πολύ καιρό δεν ήταν παρά αόριστες ρητορίες. Αυτή η νέα στρατηγική θα μπορούσε να εμπνεύσει μια αναγέννηση του εργατικού κινήματος, όπως και άλλων αριστερών κινημάτων. Η εμμονή στην παλιά στρατηγική για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν απέφερε κανένα θετικό αποτέλεσμα στο κίνημα, ενώ δεν υπόσχεται τίποτα καλύτερο για το μέλλον.
Η έμφαση έχει δοθεί στο θέμα της στρατηγικής, επειδή σε αντίθεση με την τακτική είναι το σημείο που χρειάζεται τις μεγαλύτερες αλλαγές. Προσαρμογές και νεωτερισμοί στην τακτική, καθώς και παραδειγματική δημιουργικότητα, έχουν συχνά υπάρξει τα δυνατά σημεία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Η αντιμετώπιση θεμελιωδών προβλημάτων στρατηγικής αντιθέτως δεν ήταν. Οι τακτικοί ρόλοι που σχετίζονται με την προώθηση της προτεινόμενης νέας στρατηγικής και που πρέπει να αναλάβουν τα σωματεία, τα πολιτικά κόμματα και/ή τα κοινωνικά κινήματα έξω από εκλογική πολιτική, παραμένουν επομένως ανοιχτά ερωτήματα. Πιθανότατα θα επιλυθούν με διάφορους τρόπους, σε αντιστοιχία με τις διαφορετικές κοινωνικές παραδόσεις που έχουν διαμορφώσει τους εργάτες και τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν. Έτσι, για παράδειγμα, ίσως είναι καλύτερα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αρχικά να απαιτηθεί οι μισές από τις θέσεις του διοικητικού συμβουλίου να καταλαμβάνονται από εργάτες.
Ένα άλλο ζήτημα τακτικής είναι κατά πόσο πρέπει αρχικά να επικεντρωθούμε στη ανάληψη από τους εργάτες των διοικητικών συμβουλίων στο αποκεντρωμένο επίπεδο των ξεχωριστών παραγωγικών μονάδων (π.χ. στο εργοστάσιο ή τα γραφεία), ή στο κεντρικό επίπεδο της επιχείρησης ή και ολόκληρης της βιομηχανίας. Αυτές οι επιλογές τακτικής απαιτούν το ρίσκο και τα πλεονεκτήματα να ζυγιστούν. Πέρα από την οικονομία, ένα άλλο ζήτημα τακτικής θα στρέφεται στο πώς θα αναδιοργανωθεί η εκπαίδευση και πού θα πρέπει να επικεντρωθεί ώστε να προετοιμάσει τους νέους ανθρώπους για τις μελλοντικές δουλειές, οι οποίες θα περιλαμβάνουν και την συμμετοχή στα συλλογικά διοικητικά συμβούλια.
Ας φανταστούμε τι μας υπόσχεται ένας νέος στρατηγικός προσανατολισμός του εργατικού κινήματος, που δεν θα είναι πια προσκολλημένο σε μια αναποτελεσματική, αμυντική γραμμή.
.
1. See S. Resnick and R. Wolff, Class Theory and History: Capitalism and Communism in the U.S.S.R. (New York and London: Routledge, 2002).
New Labor Forum 19(1): 8-12, Winter 2010
Copyright © Joseph S. Murphy Institute, CUNY
Permission to reprint Professor Wolff's writing and videos is granted on an individual basis. Please contact profwolff@rdwolff.com to request permission. We reserve the right to refuse or rescind permission at any time.